Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010


Άρχοντες αφικράστε μου της Δέσποινας τον θρήνον
πως κλαίει τον μονογενή εις τον Σταυρόν εκείνον.
Αδέ μαντάτο σκοτεινόν και μέρα λυπημένη
Πού ήρτε σήμερον σ' εμε, την πολοπικραμένη.
Πού πιάσαν τόν Υιούλην μου κι εμένα ορφανεμένη
Κι ο κόσμος κλαίει ουρανέ κι η γή σκοτεινιασμένη.
Ο ήλιος έσκοτίστηκεν κι όλον το φώς εχάθη
Και το φεγγάριν τ' ουρανού κατά πολλά επικράνθη.
Όρη αναστενάξετε και πέτρες ραιστείτε
Και ποταμοί στραγγίσετε και δένδρα μαραθείτε.
(Κύπρου)

...Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυποιύνται
σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων βασιλέα.
Κι ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
Να λάβει δείπνο μυστικό για να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της
τάς προσευχάς της έκανε για τον μονογενή της.
(Θράκης)

...Φωνή εξήλθ' εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα
Σώνουν κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες
Και τόν υιόν σου πιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε
και σου Πιλάτου τας αυλάς, εκεί τον τυραννάνε.
Η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε λιγώθη,
σταμνιά νερό της ρίξανε όσο να ΄ρθει ο νους της
Κι επάνω που συνέφερε, τούτον το λόγο λέγει.
(Μικράς Ασίας)

...-Άς έρθ' η Μάρθα κι η Μαριά και του Λαζάρου η μάνα
και του Προδρόμου η αδελφή και οι τέσσεροις αντάμα.
Επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι.
Και ο στρατίς τους έβγαλε στ' ατσίγγανου την πόρτα.
-Ώρα καλή σ' ατσίγγανε κι ίντα πού μαστορεύεις;
-Οβραίοι μού παραγγείλανε καρφιά για να τους φτιάξω,
μού παραγγείλαν τέσσερα, μά 'γω τυς φτιάχνω πέντε.
-Σύ Φαραέ που τα 'φτιαξες, εσύ θα μού διδάξεις.
-Τα δυό θα μπούν στά χέρια του και τ΄άλλα δυό στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό θα μπεί μές στην καρδιά του.

...-Άντε μωρέ ατσίγγανε, στάχτη να μην ποτάξεις
μηδέ διπλό πουκάμισο στη ράχη σου μη βάλεις.
Επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
Και το στρατί τούς έβγαλε μές στου ληστού την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστού και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα απο το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανένα δε γνωρίζει,
Τηρά και δεξιότερα, βλέπει τον άι-Γιάννη.
(Ικάριος)

Άι-άι μου Γιάννη Πρόδρομε και βαφτιστή του γιού μου,
Πού εί-πού είναι 'μέ ο γιούκας μου και σέ ο δάσκαλός σου.
-Δέν έ-έχω στόμα να σ' τά πώ, γλώσσα να στα μιλήσω
κι ούτ' η-κι ούτ η καρδιά μου τα βαστά να σου τα
μολοήσω.
(Μικράς Ασίας)

...Βλέπεις εκείνον το γυμνόν, τόν παραπονεμένον,
Όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
Όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι,
Εκείνος είν ο γιόκας σου κι έμέ ο διδάσκαλός μου.
(Πόντος)

...Ή Παναία τ' άκουσε, πέφτει λιγοθυμάει
νερό σταμνιά την περιχούν, τρία γυαλιά τού μόσχου,
τέσσερα τό ροδόσταμο ώστε νά συνεφέρει,
κι απάνω που συνέφερε τούτο το λόγο λέγει.
-Δέν έχω γκρεμό νά γκρεμιστώ γιά τό μονογενή μου
δέν έχ' μαχαίρι να σφαγώ γιά το μονογενή μου
δεν έχ' σκοινί να κρεμαστώ γιά το μονογενή μου.
Απολογιέται κι ο Χριστός τής μάνας του και λέγει.
-Μάνα μ' άν γκρεμιστείς εσύ, γκρεμιέτ όλος ο κόσμος,
μάνα μου άν σφαγείς εσύ, σφάζετ όλος ο κόσμος,
μάνα μ' άν κρεμαστείς εσύ, κρεμιέτ' όλος ο κόσμος.
Πάρτο μάνα μου υπομονή, να πάρ' όλος ο κόσμος.
Άντε μάνα μου σό καλό και διάφορο δεν έχεις.
Μόν' το μεγάλο Σάββατο κάτσε νά μ' απαντέχεις.
(Μικράς Ασίας)

...Πηγαίνει στο σπιτάκι της και στρώνει το τραπέζι
κι έκατσε και περίμενε τόν ερχομό τού γιού της.
Πέρασε και η αγιά Καλή και την καλησπερίζει.
-Ποιός είδε γιό είς το σταυρό και μάνα στο τραπέζι.
-Άντε και σύ αγιά Καλή να 'σαι καταραμένη,
παπάς να μη σε λειτουργά, διάκος να μη σέ ψέλνει,
μόνο στην άκρη του γιαλού το κύμα να σε δέρνει.
Το λόγο δεν τελείωσε κι ανοίξαν τα ουράνια,
Βλέπει το γιό της κι ερχεται σα φώς και σά λαμπάδα.
(Μυτιλήνης)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

σας ευχαριστούμε πολύ για το σχόλειο σας....